
του Χάρη Ιωαννίδη
Η συζήτηση για τη γλώσσα στη λογοτεχνία παραμένει συχνά αμυντική – ειδικά στην Κύπρο, όπου ανέκαθεν είχαμε μια ιδιόμορφη, συχνά ενοχική και αντιφατική σχέση με τη διάλεκτό μας, λες και το να μιλάμε ή να γράφουμε κυπριακά μειώνει με κάποιον τρόπο την ελληνικότητά μας.
Σαν να πρέπει πρώτα να απολογηθείς για το πώς γράφεις και μόνο μετά να μιλήσεις για το τι γράφεις, η συνέντευξη του Παύλου Παμπορίδη δεν έρχεται απλώς να ανατρέψει αυτήν τη λογική. Έρχεται να δώσει την οπτική του ίδιου του συγγραφέα: ενός δημιουργού που συνειδητά επέλεξε να εκφραστεί στην κυπριακή διάλεκτο και που συνειδητά ξεπερνά την ενοχικότητα που συχνά τη συνοδεύει.
Στην ηλεκτρονική έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού Φρέαρ (FREAR), όπου δημοσιεύτηκε το κείμενο «Παύλος Παμπορίδης – Έχεις κάτι να μας πεις, κουμπάρε;», ο συγγραφέας δεν υπερασπίζεται απλώς την κυπριακή διάλεκτο, τη διεκδικεί ως λογοτεχνικό εργαλείο: ένα μέσο που αντικατοπτρίζει τη μοναδική του οπτική για τον κόσμο.
«Δεν γράφω στα κυπριακά για να σου πω πόσον διαφορετικός είμαι ή πόσον μυστηριώδης ή εξωτικός. Γράφω στα κυπριακά επειδή πιστεύκω ότι τούτος ο τρόπος που εκφράζουμαι αντικατοπτρίζει τον κόσμον όπως τον θωρώ εγώ.»
Η γλώσσα, λοιπόν, δεν είναι απλώς διακοσμητικό στοιχείο. Είναι πρόσβαση στην αλήθεια – ο τρόπος με τον οποίο η γραφή γίνεται φακός που φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και νιώθουμε τον κόσμο γύρω μας.
Εκεί ακριβώς μετατοπίζεται και η ουσία της συζήτησης.
Τον τόπον δαμαί έθελεν τον η θάλασσα, μα η γη έβαλλεν γινάτιν. (Άλας)
Ο Παμπορίδης ξεκαθαρίζει ότι τα κυπριακά δεν είναι «επίσημη γλώσσα» με κανονισμούς και λεξικά. Αντιθέτως, αυτό που τον ελκύει είναι η προφορικότητα και η ελευθερία που προσφέρει αυτή η μορφή έκφρασης.
«Τούτη η προφορικότητα τζιαι η απουσία γραμμένων κανόνων βολεύκει με άμα γράφω… Γράφω ακριβώς όπως σκέφτουμαι τζιαι όπως μιλώ με τους φίλους τζιαι τους συγγενείς μου.»
Η επιλογή της διαλέκτου δεν είναι ελιτιστική. Είναι βαθιά προσωπική — μια συνειδητή επιλογή να γράφει όπως πραγματικά σκέφτεται.
Εσιώπησεν. Όι γιατί ετελείωσεν ο πόνος, μα γιατί έμαθεν να τον κουβαλά. (Τζιαι πόψε)
Πέρα από τη γλωσσική επιλογή, η συνέντευξη αγγίζει ένα πιο ουσιαστικό ερώτημα: αν η κυπριακή λογοτεχνία έχει κάτι να πει έξω από τα στενά όριά της.
«Τζιείνον που θέλεις να μάθεις εν αν η λογοτεχνία της Κύπρου έσιει κάτι να σου πει… Δεν εν η διάλεχτος η ουσία… Δεν εν μόνον εσέναν, αλλά του κόσμου.»
Συγγραφείς όπως ο Παύλος Παμπορίδης, που έχουν υιοθετήσει συνειδητά την κυπριακή διάλεκτο και την έχουν αναγάγει σε κύρια φωνή έκφρασης, δεν ζητούν να μετρηθούν με όρους σύγκρισης. Η γραφή τους λειτουργεί με άλλα μέτρα — και ακριβώς γι’ αυτό παράγει μια διακριτή, πλήρως αυτάρκη λογοτεχνική πρόταση.
Η εξαιρετική χρήση της ντοπιολαλιάς αποτελεί ουσιαστικό πλεονέκτημα: τους επιτρέπει να εκφράσουν τα λεπτότερα νοήματα, τις πιο σύνθετες συναισθηματικές αποχρώσεις και τις πιο ευαίσθητες υπαρξιακές παρατηρήσεις με ένα ιδιαίτερο ηχόχρωμα, φορτισμένο από τα βιώματα, τη μνήμη και το ιστορικό βάθος ενός παναρχαίου νησιού και ενός τρόπου έκφρασης που ζει εδώ για χρόνια, στο σκληρό φως της Ανατολικής Μεσογείου.
Ακριβώς αυτή η γλωσσική επιλογή δεν περιορίζει το έργο τους — το διαφοροποιεί. Το καθιστά αναγνωρίσιμο, ξεχωριστό και, τελικά, πιο ισχυρό μέσα στο σύγχρονο λογοτεχνικό τοπίο.
Ο Παμπορίδης δεν αρνείται την επιθυμία να διαβαστεί στην Ελλάδα ή εκτός Κύπρου — το θεωρεί φυσικό. Αρνείται, όμως, να θυσιάσει τη φωνή του για χάρη της «ευκολίας».
«Προτιμώ να μάθετε να θκιαβάζετε τα κυπριακά παρά να μάθω εγώ να γράφω στα νέα ελληνικά… Έχω το τούτον το δικαίωμαν…»
Στην εποχή της ομοιομορφίας και της «ευανάγνωστης» γραφής, η επιλογή του Παύλου Παμπορίδη λειτουργεί ως υπενθύμιση: η λογοτεχνία δεν ξεκινά από την αποδοχή. Ξεκινά από την αναγκαιότητα της φωνής — και η φωνή αυτή πρέπει να γράφεται και να ακούγεται όπως την αισθάνεσαι. Μόνο τότε μπορεί να δώσει ουσιαστικά λογοτεχνικά κείμενα που προκαλούν, που ενοχλούν, που κεντρίζουν.
Πηγή
Παύλος Παμπορίδης, «Έχεις κάτι να μας πεις, κουμπάρε;», FREAR (mag.frear.gr)
https://mag.frear.gr/echeis-kati-na-mas-peis-koympare/