Ολοκλήρωμα του 133 από το -∞ στο +∞ (Μέρος 7)

Ολοκλήρωμα του 133 από το -∞  στο +∞

του Κωνσταντίνου Κοκολογιάννη

Μέρος 7

Κύπρος. 11 χρόνια εγκατάσταση. 132 γιορτές. Γάμοι, βαφτίσια πανηγύρια, τσικνοπέμπτες, τυρινές, εθνικές εορτές, ονομαστικές εορτές, γενέθλια, χριστούγεννα, πρωτοχρονιές… Κύπρος. Η χώρα της… γιορτής!

132 ÷ 11 = 12.

12 φορές το χρόνο φορώ τα επίσημά μου. Επίσημα ρούχα, επίσημο μαλλί, επίσημο χαμόγελο. 12 φορές το χρόνο προβάρω τα λόγια της παράστασης που θα παίξω, αναλόγως της περίστασης και του παραστήματος των καλεσμένων.

Σκηνικό: Χριστούγεννα. Ρεβεγιόν σε σπίτι φιλικής οικογένειας.

Οικονομική κλάση: Μεσαία – ανώτερη. Με εξοχικό στον Πρωταρά, αυτοκίνητα πολυτελείας, ιδιόκτητο κατάστημα, επιχείρηση που ανθεί κτλ, κτλ.

133η φορά σε γιορτή. Φορώ τα επίσημά μου. Χαμόγελο, κλακέτα. Φύγαμε!!!

 – Καλησπέρα σας! Τι κάνετε;! Πώς είστε;! Στις ομορφιές σας! Τι θέλετε; Το δώρο σας; Βεβαίως! Ναι, είναι ένα βιβλίο. Μη χάνεται το χαμόγελό σας. Άλλωστε θα κάνει ωραία αντίθεση με την άσπρη βιβλιοθήκη σας. Είναι μαύρο το εξώφυλλό του. Ναι, είναι η τελευταία, ποιητική μου δουλειά. Κρίμα που δεν μπορέσατε να έρθετε στην παρουσίαση που έκανα… Πώς; Δεν σας πολυαρέσει η ποίησή μου; Είναι κάπως προκλητική και όχι συμβατική; Χαίρομαι! Εννοώ λυπάμαι πολύ… Αλλά δεν μπορώ να την αλλάξω. Κι εγώ χάρηκα που τα είπαμε μετά από τόσο πολύ καιρό.

Πρώτο εμπόδιο ξεπεράστηκε. Ένα ποτήρι κρασί επειγόντως!

 – Ω! μα τι έκπληξη! Χαίρομαι πολύ που σας βλέπω! Ναι, αδυνάτισα. Έχω βρει μια καταπληκτική δουλειά! Σκοτώνομαι καθημερινά. Με τρώει ο ήλιος το καλοκαίρι και ο άνεμος το χειμώνα. Τζάμπα τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά. Έτσι κατάφερα σε ένα χρόνο να χάσω 25 κιλά. Αλλά δεν έχω παράπονο. Είναι πολλά τα λεφτά που κερδίζω. Καταφέρνω κάθε μήνα να βάζω στην άκρη 133 σεντς. Γελάτε! Σας αρέσουν τα αστεία μου. Καλά θα σας πω την αλήθεια. Πήγα body line, έγινα vegan και ξεκίνησα βραζιλιάνικο ζίου ζίτσου! Μπράβο μου! Ευχαριστώ! Γεια σας!

 Ένα ποτήρι κρασί, παρακαλώ! Άσπρο πάτο και φύγαμε. Επίσημο χαμόγελο με δόση από αλκοόλ.

Σας έρχομαι κουφάλες! Είμαι μετεμψύχωση του Φρίντριχ Νίτσε. Γεννήθηκα την ίδια μέρα με τον Νίτσε, με 133 χρόνια διαφορά. Πάμε Φρίντριχ μου!

Πρώτο Πηγαδάκι: Τηλε/κοινωνική συζήτηση για την ψυχολογία του ανθρώπου μέσα στη μάζα και των κοινωνικο-οικονομικών κλάσεων μέσα από το άγρυπνο μάτι του τηλεθεατή του Survivor. Το πηγαδάκι συζητούσε έντονα και παθιασμένα για το ποιος και γιατί έπρεπε να είναι ο νικητής. Μπήκα στο πηγαδάκι χωρίς να μου δώσει κάποιος σημασία. Κουνούσα το κεφάλι καταφατικά σε ότι έλεγαν. Κάποιος είπε ότι νικήτρια έπρεπε να είναι η Μαρία. Πετάγομαι κι εγώ. Λέω ότι η Μαρία είναι εγωίστρια, υποκρίτρια και με χαμηλή αυτοεκτίμηση που δεν συνάδει με τη θέση του ηγέτη στην ομάδα και γενικότερα στην κουλτούρα του παιχνιδιού και έκλεισα το σκεπτικό μου με το άρες μάρες κουκουνάρες. Κάποιοι συμφώνησαν μαζί μου. Άρχισαν να με χειροκροτούν και να λένε μεταξύ τους ότι είμαι καθηγητής ψυχολογίας και survivor. Ήθελα να τους πω ότι δεν έχω δει ποτέ survivor και ότι είπα είναι προϊόν της φαντασίας μου. Αντί αυτού, τους είπα ευχαριστώ και κότσαρα το χαμόγελο του επιτυχημένου. Κάποιοι άλλοι με γιούχαραν. Οι οπαδοί μου για να με προστατέψουν σύσσωμοι απάντησαν: “Ου ρε, στα μούτρα σας!”. Έτσι ξεκίνησε ένα debate για την Μαρία σε έντονο ύφος. Κι εγώ την έκανα με ελαφρά πηδηματάκια.

 Έλα Φρίντριχ! Η νίκη είναι δική μας!

Δεύτερο πηγαδάκι: Συζήτηση αθλητικού περιεχομένου και στοιχήματος. Ομάδες, ποδοσφαιριστές, διαιτητές, αποδόσεις, πέναλτυ, πουλημένοι, μαφία, απαράδεκτοι, παλτά. Σε μια νεκρή στιγμή που ήταν όλοι βαθύτατα συλλογισμένοι για το ποια ομάδα θα κερδίσει το πρωτάθλημα, πιάνω την ευκαιρία από τη μάππα και τους λέω: “Ξέρετε, σταμάτησα να ασχολούμαι το ποδόσφαιρο, γιατί το θεωρώ απαράδεκτο κάποιος που το μόνο πράγμα που ξέρει να κάνει είναι να κλωτσά ένα τόπι, να παίρνει λεφτά που εγώ, που έφαγα τη ζωή μου στα θρανία να δεν θα δω ποτέ”. Τους κοιτώ με θυμό, κάνω μια υπόκλιση και σε ρυθμό συνθήματος, τους λέω: “Κάθε οπαδός ένα πρόβατο, κάθε γήπεδο μια στάνη”.

Πάμε αγόρι μου Φρίντριχ!

Τρίτο πηγαδάκι: Συζήτηση μαγειρικής ή η κουβέντα των υποκοριστικών. Ντοματούλα, μακαρονάκια, αλατάκι, πιπεράκι, πατατούλες, αρνάκι του γάλακτος. “Αρνάκι του γάλακτος”, φωνάζω. “Είπατε αρνάκι! Μα είστε σοβαροί! Πώς μπορείτε και τρώτε το αθώο το αρνάκι; Πώς;! Το κακόμοιρο το σπλάχνο του θεού που βίαια το πήρανε ενώ βύζανε από τη μάνα του την κυρία προβατίνα! Ξέρετε τι είστε; Συνέννοχοι στο έγκλημα! Δολοφόνοι!”. Τους γιουχάρω και φεύγω θριαμβευτής.

 Φρίντριχ μου, τίποτα δεν μας σταματά!

Τέταρτο πηγαδάκι: Συζήτηση για τη Showbiz και το lifestyle. Ο τάδε που κεράτωσε τη δείνα. Το νέο amore της άλλης που τα είχε με τον άλλο, ενώ πριν έβγαινε με εκείνη, φασούλα κι έτσι. “Αχ! Τι trendy που ντύνεται η άλλοι και πήγα κι αγόρασα το ίδιο συνολάκι, μόνο 133 ευρώ”, πετάγεται μία, ενώ ένας άλλος για να μην μείνει πίσω σε αυτή την τόσο υπέροχη κουβέντα, γυρνά και μας λέει: “Κι εγώ αγόρασα εκείνο το ζευγάρι αθλητικά που φορούσε εκείνος ο πρωινάδικος…” και πριν τελειώσει την κουβέντα του χτυπάει το κινητό του. Έτσι βρίσκω την ευκαιρία και παίρνοντας το μποέμικό μου το στυλ τους λέω:

 – Ξέρετε, για δέκα χρόνια έζησα στη γενέτειρα πόλη του Gianni

– Ποιου Gianni; με ρωτά εκείνη με το συνολάκι των 133 ευρώ.

– Του Versace. Η μητέρα του, η sig.ra Franca, καταπληκτική μαγείρισσα. Όποτε με έβλεπε στο δρόμο με προσκαλούσε για μια carbonara vegetariana, αλλά και καταπληκτική ράφτρα. Όλη την borgesia της Reggio Calabria έντυνε. Μαφιόζους και αρχιμαφιόζους. Μάλιστα τις προάλλες που μίλαγα στο messenger με την Donatella, μου είπε ότι για την επόμενη collezione ετοιμάζουν την επανάσταση του προκλητικού.

Κάνω ότι κοιτάζω καχύποπτα γύρω μου, αργά για να μεγαλώσει το σασπένς και χαμηλόφωνα τους λέω:

 – Να μείνει όμως μεταξύ μας, γιατί δεν έχει ανακοινωθεί επίσημα.

 Με τα μάτια τους, όλοι μου απάντησαν καταφατικά ακόμη κι εκείνος που μιλούσε ακόμη στο τηλέφωνο.

 – Θα λανσάρουν τη μόδα του να φοράς το στριγκάκι πάνω από το παντελόνι. Πολύ cool, ε;

Όλοι με κοίταζαν με γουρλωμένα μάτια και ανοιχτό στόμα. Μέσα σε 133 κλάσματα του δευτερολέπτου κι ενώ ο Φρίντριχ είχε σοριαστεί κάτω από τα γέλια και το κρασί, αρπάζουν τα κινητά τους και άρχισαν να παίρνουν τηλέφωνα, να στέλνουν μηνύματα, να κάνουν Stories στα social media και να διαδίδουν τα συνταρακτικά νέα.

Κι εγώ σαν ταπεινός ηθοποιός, αφήνω το τέταρτο πηγαδάκι με ένα “arrivederci ed a presto”, βαδίζοντας προς το πέμπτο πηγαδάκι.

Πέμπτο πηγαδάκι: Συζήτηση πολιτική. Κόμματα, πρόεδροι, κρίση, κουρέματα, εκλογές, ρεμάλια, μίζες, σκάνδαλα, βέργες ξιμαρισμένες, πελατειακές σχέσεις, κυπριακό, φούσκες, τράπεζες, κτλ. Περίμενα υπομονετικά 13,3 λεπτά για να πάει η κουβέντα στο κυπριακό. Ανυπομονούσα για το gran finale. Θα υποκρινόμουνα έναν ήρωα αρχαίας τραγωδίας. Αυτό έκανε χαρούμενο τον Φρίντριχ και ντύθηκε κι αυτός Διόνυσος για την παράσταση. Σοβαρός, λακωνικός, σοφός, όπως αρμόζει σε κάθε τραγωδία, ακόμη και την κυπριακή. Η σκηνή είναι δική μου.

 – Κύριες και κύριοι, εγώ πιστεύω ότι αυτήν τη φορά πρέπει να πούμε ναι στην Δικοινοτική Διζωνική Ομοσπονδία για να τσιμεντόσουμε το όχι.

Το  πέμπτο πηγαδάκι ήταν πια βραχυκυκλωμένο. Με τον Φρίντριχ πιασμένοι από το χέρι, πάμε στο κέντρο του σαλονιού, υποκλινόμαστε σε κάθε πηγαδάκι ξεχωριστά, Φιλάμε το χέρι της οικοδέσποινας λέγοντάς της:

 – Καλά Χριστούγεννα, ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει.

 Και βγαίνουμε από την σκηνή.

 – Φίλτατε Φρίντριχ στην 133η παράστασή μας , τα καταφέραμε. Γίναμε πρωταγωνιστές. 

133

133

133