Ολοκλήρωμα του 133 από το -∞ στο +∞ (Μέρος 3)

Ολοκλήρωμα του 133 από το -∞  στο +∞

του Κωνσταντίνου Κοκολογιάννη 

Μέρος 3

Κύπρος, 1 Αυγούστου. 133 μέρες από την εαρινή ισημερία. Η λίστα έτοιμη. Ομπρέλα, αντιλιακό, καπέλο, ψυγείο φορητό γεμάτο σάντουϊτς και νερά, αμμωνία για τα τσιμπήματα, πετσέτα, μάσκα, ψάθα, κινητό, κλειδιά, τσιγάρα…

– Να πάρουμε κι ένα βιβλίο, αναφωνεί ο Φρίντριχ και μου φέρνει τον “Αντίχριστο“.

– Δεν υπάρχει περίπτωση, του λέω, θα μας πάρουν με τις πέτρες κι ας έχει άμμο η παραλία.

Συμβιβάζεται με την “Δίκη” του Κάφκα. Αυτοκίνητο φορτωμένο.

– Φρίντριχ, βάλε τη ζώνη σου.

Στον αυτοκινητόδρομο, ορδές βαρβάρων τρέχουν εκτός ορίων για να προλάβουν πρώτο κρεβατάκι πίστα. Ραδιόφωνα στη διαπασών. Καυλοτίμονοι με το χαμόγελο στα χείλη και το χέρι έξω από το παράθυρο τραγουδούν:

Κάθισα και σκέφτηκα

ποιο φιλί απ’ τα δυο εγώ θα διάλεγα,

τον χρόνο αν μπορούσα να γυρίσω,

να ξανανιώσω πάνω στα δυο χείλη και να πέθαινα.

Ο Φρίντριχ με γουρλωμένα μάτια και με μια αηδία στο πρόσωπο με ρωτά, τι θέλει να πει ο ποιητής;

– Άστο αγαπητέ μου φίλε. Μην το ψάχνεις, hardcore σουρεαλισμός ελληνικού σκύλου.

– Προτιμώ τον Ανδαλουσιανό σκύλο.

Οδηγοί μιλούν μόνοι τους. Μάλλον έχουν κι αυτοί ένα Φρίντριχ για παρέα. Τζετ σκι, βάρκες, τράτες, καΐκια, γιωτ, υπερωκεάνια κάνουν τους κοτσαδόρους των αυτοκινήτων να τρίζουν, σαν ήχος αρχάριου βιολιστή. Από τα παράθυρα των αυτοκινήτων ξεπροβάλλουν ροζ φλαμίνγκο που σε κοιτούν με ένα ηλίθιο βλέμμα. Οδηγούν φουσκωτοί κροκόδειλοι.

13΄3΄΄ παίζω γύρω γύρω όλοι για μια θέση πάρκινγκ. Ο Φρίντριχ το διασκεδάζει. Παρκάρω. Ξεφορτώνω το αυτοκίνητο. Φορτώνομαι σαν το γαϊδούρι. Ο Φρίντριχ κάνει την πάπια. Ούτε μισή χείρα βοηθείας δεν πρόσφερε. Κολυμβητής με μπρατσάκια παρκάρει το πολυτελές αυτοκίνητό του κλείνοντας εμένα κι άλλα τέσσερα αυτοκίνητα. Βάζει ένα καρτελάκι με το νούμερο του κινητού του στον ανεμοθώρακα. Απενεργοποιεί το κινητό του. Πάω να του μιλήσω. Με προλαβαίνει.

– Δεν ακούω τίποτα. Με περιμένουν οι χαρές της θάλασσας, μου λέει αδιαπραγμάτευτος και φεύγει.

Επιτήδειοι απατεώνες παραλιομεσσίτες έχουν χωρίσει σε οικόπεδα την παραλία και σου την νοικιάζουν. Οι τιμές ποικίλουν αναλόγως την επίπλωση, την τοποθεσία και τις διαστάσεις.

Σούβλες ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια από την άμμο και γιορτάζουν ρυθμικά τη γενοκτονία των αμνών. Ομιλίες που αγγίζουν τα 80dB σε κάνουν να ζηλεύεις τονΡοβινσώνα Κρούσω. Παιδάκια προπονούνται στο ντρίφτινγκ ανάμεσα από τις πετσέτες βοηθώντας σε να νιώσεις πάνω σου τη φύση. Να νιώσεις ένα με τη φύση. Ιδιοκτήτες παραθαλάσσιων επαύλεων φωνάζουν στους λυόμενους γιατί πιτσιλούν τις βασιλικές στον κήπο τους που καταλήγει στη θάλασσα με θαλασσινό νερό.

Μπαλάκι του τένις από το σημείο Α στο οποίο βρίσκεται, εκτελεί οριζόντια βολή με ταχύτητα, για τον άξονα y, υy = g·t και για τον άξονα χ, υx = υ0, και προσγειώνεται πάνω στη Δίκη του Κάφκα που αναπαυόταν φαρδιά πλατιά πάνω στο κεφάλι μου. Πρόκληση ασθενούς καρδιακής προσβολής. Το μπαλάκι διατηρώντας τη συνολική ορμή του διαγράφει μια δεύτερη βολή. Αυτήν τη φορά πλάγια βολή υπό γωνία, με βεληνεκές

 

 

 

και προσγειώνεται σε σημείο Γ, το παγωτό ενός μικρού παιδιού. Αυτόματα το προηγούμενο φυσικό φαινόμενο δραστηριοποιεί ένα κλάμα και μια τσιρίδα που ξεπερνά σε dB την εκτόξευση διαστημικού πυραύλου. Αμέσως ξεκινά δημόσια συζήτηση με απείρου κάλλους επιθετικούς προσδιορισμούς που καταλήγει σε μάχη. Άμμος, κουβαδάκια, μισοτελειωμένα σάντουιτς, μπουκάλια, κομμάτια σούβλας, μπρατσάκια, ρακέτες εφοδιάζουν τον στρατιωτικό εξοπλισμό.

Αστραπιαία κάνω το ψυγειάκι τοίχος για την αντιμετώπιση των πυραύλων εδάφους – εδάφους. Δίνω κλίση στην ομπρέλα για την αποφυγεί των πυραύλων αέρος – εδάφους. Κοτσάρω και την άσπρη πετσέτα στο κοντάρι για σημαία, δηλώνοντας την ουδετερότητά μας. Με τον Καμύ σκάβω ανάχωμα και λαγούμι και κρύβομαι μέσα.

– Είδες Φρίντριχ μου, γιατί το βιβλίο είναι καλύτερο από το τάμπλετ;

Πέρνει ύφος εκατό καρδιναλίων και μου λέει:

– Μπράβο! Η πιο μεγάλη τέχνη είναι να ξέρεις να αποχωρείς την κατάλληλη στιγμή.

Με τη δύση του ήλιου και ενώ έχουμε τελειώσει όλη τη “Δίκη”, παρατηρώ μια ησυχία στο πεδίο των μαχών. Στέλνω τον Φρίντριχ να δει τι γίνεται. Επιστρέφει λέγοντας μου ότι: “Ο κόσμος μπορεί να είναι όσο θέλει σκοτεινός, όμως αρκεί να παρεμβάλουμε ένα κομμάτι ελληνικής ζωής, για να φωτιστεί αμέσως άπλετα”.*

– Δεν μπορείς να πεις. Πήρες μια γερή δόση ελληνικής ζωής.

Βγαίνουμε έξω από το λαγούμι. Νεκρική ησυχία. Ροζ φλαμίνγκο, κροκόδειλοι, παπάκια κι άλλα πτηνά κείτονται άψυχα στο πεδίο της μάχης. Πλαστικά μπουκάλια, χαρτιά, αποφάγια ‘ομορφαίνουν’ το παρακμιακό τοπίο. Μαζεύω τα πράγματά μας με αργές θλιμμένες κινήσεις για να συνάδει με το τοπίο. Ζητώ συγγνώμη από τη σελήνη για την άσχημη θέα που έχει από εκεί απάνω. Κατεβάζω το κεφάλι. Φεύγουμε

*από τη «Γέννηση της Φιλοσοφίας»

 

συνεχίζεται

 

Photo by Vicko Mozara on Unsplash