‘Eνα γράμμα σε ένα πρόσωπο που με εμπνέει

 

 

letter

Σκέφτομαι εδώ και ώρα, να γράψω, μα τι να γράψω για το γράψιμο; Ένα γράμμα σε ένα πρόσωπο που με εμπνέει!

Αγαπημένη μου Μαρία

Σου γράφω πρώτη φορά από τότε που γνωριστήκαμε. Θυμάσαι την πρώτη συνάντησή μας στο σπίτι σου, Ευτέρπης 13; Ήτανε καλοκαίρι. Ζεστό το απόγευμα. Με αγκάλιασες, μπαίνοντας και βγαίνοντας της πόρτα σου, λες και γνωριζόμασταν πάντα. Λες και είχαμε συναντηθεί πολλές φορές.

Με κέρασες μπισκότα και λεμονάδα.  Βυθίστηκα σε μια παραμυθένια  πολυθρόνα και χάζευα τριγύρω τα χρώματα στους πίνακες ζωγραφικής, τα βιβλία στις βιβλιοθήκες, τις ευγενικές λέξεις που πετούσαν έξω από το στόμα σου.

Έφυγα από το όμορφο και ζεστό σου σπίτι, γεμάτη αγάπη. Ντρεπόμουνα, το ομολογώ, στην πρώτη μας συνάντηση. Ένιωθα αμήχανα. Η Μαρία η σπουδαία συγγραφέας μου άνοιξε την πόρτα της. Μου χαμογέλασε. Με κοίταξε στα μάτια. Μου χάρισε βιβλία.

Βιβλία δικά μου δεν είχα πολλά σαν ήμουνα παιδί. Άλλες ήτανε οι προτεραιότητες τότε. Το ψωμί, το γάλα, άντε και κανένα ζευγάρι καινούρια παπούτσια.  Σε είχα διαβάσει ένα ζεστό καλοκαίρι για πρώτη φορά μέσα στο βιβλίο σου «το κάστρο μας». Ένα  βιβλίο δανεισμένο από την βιβλιοθήκη του σχολείου που δεν επέστρεψα ποτέ. Κατά λάθος; Με το λάθος; Και τα δύο;  Έκλαιγα διαβάζοντας τις περιπέτειες δυο αγοριών εγώ που σπάνια, πολύ σπάνια κλαίω. Ακολούθησα τους ήρωες μέχρι την πράσινη γραμμή. Την πέρασα κι εγώ. Λαβώθηκα κι εγώ από τον εχθρό. Έχασα αίμα.  Φοβήθηκα. Αγάπησα το κάστρο σου. Αγαπώ από τότε όλα τα κάστρα του κόσμου. Έχουν μια αρχοντιά, μια δύναμη.

Δεν πίστευα ποτέ πως θα σε γνώριζα. Πως θα γνώριζα τη συγγραφέα που πρωτοανακάλυψα μέσα από δανεικό βιβλίο.  Δεν πίστευα πως δεν θα με απογοήτευες. Συνήθως στον συγγραφικό κόσμο ένα από τα δύο είναι καλύτερο, είτε το βιβλίο είτε ο συγγραφέας. Σπάνια ένα καλό βιβλίο  κρύβει πίσω του έναν καλό άνθρωπο.

Περιμένεις, μου λες, να γράψω κάτι καινούριο, κάτι αλλιώς. Κάτι έξω από μένα. Έμεινα, καθώς παρατηρείς, μονοθεματική, εσωστρεφής. Δεν κοιτάζω δίπλα μου μια ιστορία, έναν άνθρωπο. Έχεις απόλυτο δίκαιο. Έμεινα να κοιτάζω εντός μου. Μένω μονάχη στο παρόν μου να σώσω οτιδήποτε αν σώζεται. Προσπαθώ να σώσω αυτό το οτιδήποτε αλλά πάντα μου ξεφεύγει.

Να κλειδώσω μου λες το σπίτι μου και να βγω έξω. Να πετάξω το κλειδί μες στο πάρκο της Λευκωσίας με τα αγριόχορτα. Να γράψω ιστορίες για άλλους και άλλα.

Μόλις το τολμήσω, αυτήν την έξοδο δηλαδή, να σου μπροστά μου ο Ζορπάς, ο αγαπημένος μου σκύλος μάγκας. Μόλις κοιτάξω τον ουρανό, μπας και βρω καμιά ιστορία ενός σύννεφου, ενός γλάρου, ενός περιστεριού, μου δίνει ένα φιλί ο τετράποδος φίλος στο πόδι και ξεχνώ και ουρανούς και εξωστρέφειες. Πάλι βουτιά εντός μου… ευτυχώς Ζορπά μου που έχω και σένα, σταθερή αξία. Δεν μιλάς με λέξεις, μιλάς με τα μάτια σου που λένε τόσο πολλά ευχαριστώ. Ούτε μια λέξη να με κρίνεις, να με κατακρίνεις για όσα κάνω, για όσα δεν κάνω.

Δοκιμάζω για το χατίρι σου, αγαπημένη μου Μαρία, μια ιστορία εκτός μου… Ο Α. ξυπνά κάθε πρωί στις πέντε. Το πρώτο πράγμα που κάνει, ανάβει τσιγάρο, φτιάχνει καφέ. Κοιτάζει τον δρόμο. Δεν έχει έγνοια το στομάχι του. Κρέας δεν τρώει ποτέ. Κάμποσο ψωμί, κάμποσες σοκολάτες. Ντύνεται μηχανικά. Φορά κάθε μέρα την ίδια μπλε φόρμα, το ίδιο γαλάζιο φανελάκι. Τα πλένει και τα στεγνώνει κάθε βράδυ, την ίδια ώρα. Ευτυχώς η τεχνολογία είναι με το μέρος του. Η μπλε φόρμα έχει ένα λουράκι στη μέση. Ποτέ δεν σκέφτηκε να το χρησιμοποιήσει για θηλιά στο λαιμό. Αγαπά τη ζωή γιατί είναι κωμωδία. Γεμάτη ήρωες μίκυ μάους. Μπαίνει στο αυτοκίνητο. Αφήνει πίσω την επαρχεία. Φτάνει στην πόλη. Ανεβαίνει τα σκαλιά του σχολείου. Μπαίνει στο γραφείο του. Ανάβει τον υπολογιστή. Βάζει μουσικές του κόσμου. Να ανοίξουν πιο πολύ τα μάτια. Να ζεσταθεί η ψυχή. Φτιάχνει τον δεύτερο καφέ της μέρας. Καπνίζει το δέκατο τσιγάρο του πρωινού. Καφές και τσιγάρο πάνε πάντα μαζί. Καφές και τσιγάρο… μια εικόνα ισορροπίας. Ένα φλιτζανάκι κουκλίστικο στο ένα χέρι, ένα τσιγάρο στο άλλο. Το τσιγάρο αναμμένος φάρος που κινδυνεύει να σβήσει. Ο καφές δεξαμενή ενέργειας που αδειάζει κι αυτή σύντομα. Τι είναι η ζωή, και τι ο θάνατος; Τον ξαφνιάζει η ρουτίνα, το άδειο μυαλό, η παγωμένη καρδιά των ανθρώπων. Έχει ζήσει πολλά. Έχει δουλέψει παντού. Είναι κουρασμένος, θυμωμένος, απογοητευμένος.

Μαρία αγαπημένη, χίλια συγνώμη. Δεν μπορώ να γράψω ιστορίες των άλλων. Δεν μπορώ να κάνω βουτιές στο μυαλό τους, στις σκέψεις τους. Με δυσκολεύουν οι ανάσες τους.

Δεν μπορώ να γράψω εκείνο το παραμύθι με τις χίλιες και μια κότες που σου υποσχέθηκα, ούτε το μυθιστόρημα με τίτλο θα κοιμηθούμε όταν γεράσουμε. Κλείνω τον κύκλο της συγγραφής. Ανοίγω τον κύκλο της ζωής. Αλεύρι, ζάχαρη, αυγά, βούτυρο… άντε, ώρα να  φτιάξουμε ένα κέικ να μυρίσει ο κόσμος αγάπες.

Αγαπημένη μου Μαρία, σε περιμένω το συντομότερο να πιούμε ζεστό τσάι με μέλι και να φάμε ένα τεράστιο κέικ γεμάτο ιστορίες των άλλων… αυτού που μάζεψε τα ζαχαροκάλαμα, αυτής που μάζεψε τα αυγά, αυτού που θέρισε το σιτάρι…