Great literature. One book at a time.

Κλεμμένα παιχνίδια

Κλεμμένα παιχνίδια

10.00

Διηγήµατα σύγχρονα, φτιαγµένα για τα χρόνια που µας αρπάζουν καθηµερινά, για τις µέρες που πουλήσαµε και εξακολουθούµε να πουλάµε µε τη δική µας σφραγίδα...

Author: Κυριάκος Στυλιανού  more info

 

Κλεµµένα παιχνίδια ενός παλιού παιδικού φίλου, ενός ξεχωριστού µαθητή,  μιας εγκαταλελειµµένης γυναίκας, ενός πολέµου.

Ήρωες δεκαεννιά διηγηµάτων, εγκλωβισµένοι στην ευθραυστότητά τους, προσπαθούν απεγνωσµένα να
ισορροπήσουν στη γυάλινη σφαίρα των αναµνήσεών τους, αλλά και της ζωής τους που κυλά και χάνεται.

Διηγήµατα σύγχρονα, φτιαγµένα για τα χρόνια που µας αρπάζουν καθηµερινά, για τις µέρες που πουλήσαµε και εξακολουθούµε να πουλάµε µε τη δική µας σφραγίδα…

Additional information

Συγγραφέας

Pages

ISBN

Γλώσσα

Year

Need Help? Contact Us Leave Feedback

Categories: , ,

Tags: , ,

Γράφει ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ | Εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ 5.10.2022

Κριτική

ΕΝΟΣ ΠΑΛΙΟΥ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΦΙΛΟΥ. Ενός ξεχωριστού μαθητή. Μιας εγκαταλελειμμένης γυναίκας. Ενός πολέμου. Ήρωες δεκαεννιά διηγημάτων, εγκλωβισμένοι στην ευθραυστότητά τους, προσπαθούν απεγνωσμένα να ισορροπήσουν στη γυάλινη σφαίρα των αναμνήσεών τους. Διηγήματα σύγχρονα, φτιαγμένα για τα χρόνια που μας αρπάζουν καθημερινά, για τις μέρες που πουλήσαμε και εξακολουθούμε να πουλάμε με τη δική μας σφραγίδα. [… Παντρεμένος, γύρω στα εβδομήντα, πολύ συχνά καλαμπούριζε με τη σύντροφο της ζωής του, λέγοντάς της πως ήταν πολύ ευτυχής μιας και ένιωθε πως ήταν ακόμα πολύ νέος. “Διέρχομαι καθημερινά μέσα από τον ύστερο πορτοκαλεώνα της νιότης μου…” προλόγισε και την καινούρια ποιητική συλλογή, όπως την αποκαλούσε, αποτυπώνοντας το στίγμα της ώριμης, κατασταλαγμένης πλέον γραφής του. “Πάλι την ίδια συλλογή θα εκδώσεις;” τον ρώτησε η γυναίκα του, που είχε την ίδια περίπου ηλικία μ’ αυτόν. “Δεν βαρέθηκες να ανασκαλεύεις ξανά και ξανά τα ίδια  και τα ίδια;” Εκείνος την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια, σαν να την εξερευνούσε. “Δεν είναι τα ίδια”, της απάντησε με νόημα, προτρέποντάς την να κλειστεί κι εκείνη μαζί του στον κόσμο των σημαινόντων του. Η γυναίκα του όμως δεν χρειαζόταν εκείνον για να της πει να μπει στον μυστικό κόσμο της ποίησής του. Άπειρες φορές είχε διαβάσει την αφιέρωση του συζύγου της στην πρώτη σελίδα του πρώτου βιβλίου του: “Στη λατρευτή μου γυναίκα και μάνα των παιδιών μου, ένα μεγάλο ευχαριστώ από καρδιάς!”…] [… “Ναι, τη φορά αυτή θα ‘ναι αλλιώς…” μονολόγησε μπροστά στον καθρέφτη του σιγά, σαν να φοβόταν τον αντίλαλο της διάψευσής του. “Ναι, σου λέω! Γιατί δεν με πιστεύεις;” συνέχισε, θέλοντας να διαγράψει μεμιάς τις προηγούμενες αποτυχίες του. “Ένα πράγμα σου λέω και σε παρακαλώ να τηρήσεις! Την επόμενη φορά, μη μου επιτρέψεις να σταθώ ενώπιόν σου! Χίλια κομμάτια να γίνεις να μη  με ξαναδώ!” Ετοιμάστηκε, σαν να ήταν η πρώτη φορά που θα τη συναντούσε. Έβαλε το πουκάμισο που εκείνη του είχε κάνει δώρο στην τελευταία επέτειο που γιόρτασαν μαζί, και φόρεσε την κολόνια που τη μεθούσε. Έφερε στο μυαλό του τις πρώτες μέρες της γνωριμίας τους, φυλλομέτρησε αργά αργά το άλμπουμ των φωτογραφιών της, μυρίζοντας με αγαλλίαση το άρωμα των χαρούμενών τους αναμνήσεων…]

Γεβγένι Ζαμυάτιν: “Η λογοτεχνία είναι ζωγραφική, αρχιτεκτονική και μουσική”. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω την τελευταία συλλογή του καταξιωμένου, και διακεκριμένου, λογοτέχνη μας, Κυριάκου Στυλιανού, χαρισματικού πεζογράφου αλλά και ποιητή και, διαπιστώνω, με ιδιαίτερη ικανοποίηση, πως παραμένει ακριβής και σπάνιος παλμογράφος των καιρών μας. Αφουγκράζεται έναν ήχο, έναν λυγμό, ένα γέλιο, μια δοξαριά, ένα φιλί, ένα “σ’ αγαπώ”,  μια προδοσία, ένα θρόισμα , έναν φλοίσβο, ένα αντίο και τα μεταμορφώνει σε διαμάντια γραφής και αισθητικής. Βάθος λόγου, πυκνότητα, ειλικρίνεια, τρυφερότητα, ευαισθησία, προσεκτική επιλογή λέξεων, μέχρι και σημείων στίξης, τίποτα περιττό, τίποτα ψεύτικο. Ούτε καν στη μυθοπλασία. Πιστεύει σε έναν καλύτερο κόσμο αλλά, κυρίως, πιστεύει στη δύναμη της λογοτεχνίας. Μπορεί η λογοτεχνία να φτιάξει έναν καλύτερο κόσμο; Άμα δεν μπορεί η λογοτεχνία, ποια μπορεί;

Εξ ου και αναδεικνύει την καλοσύνη, την αγάπη, την αλληλεγγύη, τον αλτρουϊσμό, το ένα χέρι που κρατάει το άλλο και, την ίδια στιγμή, κακίζει την αδιαφορία, τη ζήλια, τη μοχθηρότητα και, οπωσδήποτε, την παγερή αδιαφορία. (Μα να προσπερνάς τον Θανάση ενώ, κανονικά, πρέπει να τον σφίξεις στην αγκαλιά σου;) Χρησιμοποιεί με δεξιοτεχνία παρομοιώσεις και μεταφορές, σκιτσάρει δυνατές εικόνες, στιγμές στιγμές σού δίνει την αίσθηση ότι δεν κάθεται μπροστά στο πληκτρολόγιο, αλλά μπροστά στον καμβά. Γράφει ζωγραφίζοντας και ζωγραφίζει γράφοντας. Χαίρεσαι την καθαρότητά του, την ευθύτητά του, την ειλικρίνειά του και, παράλληλα, θαυμάζεις την πεζογραφική του φαντασία.

Τα κείμενά του διατηρούν το σφρίγος τους από την πρώτη έως την τελευταία γραμμή και, όπως πράττει συχνά, ο Κυριάκος Στυλιανού αφήνει πάντοτε να αιωρείται στην ατμόσφαιρα κάτι διφορούμενο, ίσως και κάτι αναπάντητο, ίσως και ένα συννεφάκι αμφιβολίας – θέλω να πω, μας μπάζει στις ιστορίες του, μας θέλει συμμέτοχους, μας προτείνει, δεν μας προτρέπει, να ακολουθήσουμε τα αχνάρια των χαρακτήρων του επειδή, κατά βάθος, γνωρίζει ότι  κάπου τους συναντήσαμε κι εμείς, ότι μπορεί στα πρόσωπά τους να αντικρίσουμε καθρεφτισμένες δικές μας εμπειρίες, δικά μας βιώματα, ενδέχεται το δάκρυ που στάζει από τα μάτια τους να γλίστρησε από τις κόγχες των δικών μας ματιών.

“Κλεμμένα παιχνίδια”. Άλλη μία ανεκτίμητη προσφορά του Κυριάκου  Στυλιανού στη λογοτεχνία του τόπου. Αφηγήσεις που σφύζουν από μεγαλοψυχία και επιείκεια στην εποχή όπου τα πάντα βγήκαν στο σφυρί, όπου οι τράπεζες εκποιούν σπίτια και όνειρα, όπου η κατάρα των πυρηνικών γαυγίζει απειλητικά, όπου εκατομμύρια παιδιά πάνε νηστικά στα κρεβατάκια τους, όπου, όπως θα έλεγε ο Λουντέμης: “Εκείνη τη νύχτα σώπαιναν οι λύκοι, επειδή ούρλιαζαν οι άνθρωποι”. Χαίρομαι διπλά επειδή, πέρα από τη  λαμπερή  συγγραφική του σταδιοδρομία, ο Κυριάκος Στυλιανού είναι, εδώ και χρόνια, τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας μας, κοσμώντας τις πολιτιστικές μας σελίδες με τις πανέμορφα δαιδαλώδεις εμπνεύσεις του.