Ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα από τις Εκδόσεις Αρμίδα: Σεβαστιανός Ποδοκάθαρος

Ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα από τις Εκδόσεις Αρμίδα: Σεβαστιανός Ποδοκάθαρος. Εγκλήματα στο βασίλειο της Κύπρου.

Γνωστόν τοις πάσι, οι αλιγάτορες τον χειμώνα πετούν σε ηπιότερα κλίματα και ως εκ τούτου, ο κορυφαίος στον κόσμο εκπαιδευτής ιπτάμενων κροκοδειλοειδών, κ. Στέφανος Ευαγγελίδης (γνωστός και ως ‘δάσκαλος’) ασχολείται με την άλλη του αγάπη: αυτήν της μελέτης και συγγραφής βιβλίων ιστορικής φύσης. Βλέπετε είναι και μακρύς ο χειμώνας στην εξωτική και μακρινή Αθήνα, και οι αλιγάτορες δεν επιστρέφουν πριν τις εκλογές.

1gr0fh

Τον χειμώνα λοιπόν που μας πέρασε, ο φίλτατος κος Ευαγγελίδης μας ανακοίνωσε ότι σκοπεύε να συγγράψει το τρίτο του έργο.

Οι φίλοι θα θυμούνται βέβαια τα σχόλια μου για τα έργα του Στέφανου που καταπιάνονται με εγκλήματα, δολοφονίες, αίματα και άλλα τέτοια όμορφα κι ανάλαφρα.  Τα δύο πρώτα έργα του, η Στυλιανή Χ και Μήδειες και Κλυταιμνήστρες αφορούν εγκλήματα που διαπράχθηκαν από Κυπρίες τον περασμένο αιώνα. Ο Στέφανος λοιπόν, μιας και εξάντλησε τον 19o και 20o αιώνα, σκέφτηκε να μας ταξιδέψει αυτή τη φορά λίγο πιο πίσω, το 1465, σε ένα φανταστικό αυτή τη φορά ταξίδι στον κόσμο του εγκλήματος και του ανθρώπινου ψυχισμού. Χαράς ευαγγέλια για τους λάτρεις του αστυνομικού μυστηρίου αλλά και αυτούς που αρέσκονται στο καλογραμμένο και μελετημένο ιστορικό μυθιστόρημα.

Πρόκειται για ένα έργο που διαδραματίζεται στο βασίλειο της Κύπρου του Ρε Ζακ (Ιάκωβος Β΄ ντε Λουζινιάν), όπου μια σειρά φόνων αναστατώνει τη Λευκωσία το καλοκαίρι του 1465.

Στο ιστορικό αυτό μυθιστόρημα, ο κεντρικός ήρωας, ο ιδιόμορφος και εφυής μοναχός Σεβαστιανός Ποδοκάθαρος, παιδικός φίλος του Ρε Ζακ, καλείται να εξιχνιάσει τα εγκλήματα που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τις συμμαχίες του βασιλείου.

Παρότι η ιστορία σε αυτό το βιβλίο είναι φανταστική, πολλοί από τους πρωταγωνιστές είναι ιστορικά πρόσωπα. Μεγάλο μέρος της ιστορίας διαδραματίζεται στη Μεσαιωνική Λευκωσία, μια πόλη χαμένη στην ιστορία. Αλλά ο πρωταγωνιστής έχει μακρύ ταξίδι να κάνει για να φθάσει στην αλήθεια, ταξίδι που τον παίρνει και σε άλλα ιστορικά σημεία της Κύπρου, όπως π.χ. το Κολόσσι. Μαζί με τον πρωταγωνιστή, ο αναγνώστης ταξιδεύει σε μέρη που ζωντανεύουν μέσα από τη γραφή του Ευαγγελίδη, μέρη που παύουν να είναι πια απλοί αρχαιολογικοί χώροι.

Σε μια περίοδο που το νησί είναι το έσχατο προπύργιο της Χριστιανοσύνης απέναντι στις ελαύνουσες ορδές των Σαρακηνών και των Τούρκων και όπου αναμειγνύονται οι σημαντικότεροι πολιτισμοί της τότε Ευρώπης, Βενετοί ευγενείς, Καταλανοί τυχοδιώκτες, Ναΐτες  ιππότες και Φράγκοι αξιωματούχοι εμπλέκονται σε μια περιπέτεια με φόντο την Κυπριακή ιστορία.

Συγκρούσεις, ίντριγκες, ανεκπλήρωτες ιστορίες αγάπης και ένας μύθος που σμίγει με την ιστορία.

Sevastianos-front

Τα κύρια πρόσωπα:

Ιάκωβος ο Β΄: Ο ρε Ζακ. Ρήγας της Κύπρου, της Ιερουσαλήμ και της Αρμενίας. Νόθο τέκνο του ρήγα Ιωάννη του Β΄ και της Μαριέττας των Πατρών.

Σαρλότ: Ετεροθαλής αδελφή του Ιάκωβου του Β΄. Νόμιμη κόρη του ρήγα Ιωάννη του Β΄ και της ρήγαινας Ελένης Παλαιολογίνας και νόμιμη βασίλισσα της Κύπρου. Εκθρονισμένη από τον νόθο αδελφό της.

Φρα Σεμπαστιάνο Ποδοκάθαρος: Αυγουστινιανός μοναχός. Παιδικός φίλος του ρήγα Ιάκωβου. Γόνος της ευγενούς οικογένειας των Ποδοκαθάρων.

Φρα Γκυγιώμ Γονέμης: Αυγουστινιανός μοναχός, Αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας. Πιστός φίλος και υποστηρικτής του ρήγα Ιάκωβου.

Νικόλαος (Κονέλλα) ντε Μοραμπίτ: Βισκούντης της Λευκωσίας. Πιστός φίλος και υποστηρικτής του ρήγα Ιάκωβου.

Ιωάννης ντε Φαμπρίγκουεθ: Αραγωνέζος τυχοδιώκτης, κούντης του Καρπασίου και της Ιόππης, φίλος του ρήγα Ιάκωβου.

Ρίτζιο ντι Μαρίνο: Αραγωνέζος τυχοδιώκτης. Αξιωματούχος του βασιλείου της Κύπρου, φίλος του ρήγα Ιάκωβου.

Φίλιππο Μπαλντουίνο: Έμπορος στη Λευκωσία, πρώην στρατιώτης.

Ανδρέα Κορνάρο της Επισκοπής: Βενετός ευγενής, φίλος του ρήγα Ιάκωβου. Στην οικογένειά του ανήκε το πλούσιο φέουδο της Επισκοπής.

Γλαύκος, Μόδεστος Γίγας, Φράγκος, Έρκολε: Νάνοι.

Ιδιαίτερες ευχαριστίες στη Ruth Keshishian και στο βιβλιοπωλείο Moufflon για την άδεια που μας δόθηκε να χρησιμοποιήσουμε στο βιβλίο μεσαιωνικό χάρτη της Κύπρου.

 

Διαβάστε εδώ το πρώτο κεφάλαιο του έργου

Η πόρτα άνοιξε διάπλατα και οι στρατιώτες έσπρωξαν στο δωμάτιο τον καλόγερο. Φόραγε ένα λιγδερό μαύρο ράσο και ένα μανδύα ριγμένο όπως-όπως στους ώμους. Ο ρήγας Ιάκωβος έμεινε ατάραχος μπροστά στο θλιβερό θέαμα. Κάποιοι έριξαν μια ματιά γεμάτη περιφρόνηση, ενώ κάποιοι άλλοι δεν καταδέχτηκαν να κάνουν ούτε αυτό, και απέστρεψαν τα πρόσωπά τους με βδελυγμία.

Οι απεσταλμένοι του ρήγα, ένας μαύρος Μαμελούκος με πολύχρωμα σαλβάρια και λευκό σαρίκι κι ένας Σικελός, είχαν βρει τον καλόγερο σε ένα από τα καταγώγια της Λευκωσίας, ένα κακόφημο μέρος που ανήκε σε μια χοντρή Ρωμιά ακαθορίστου ηλικίας, μητέρα κάμποσων παιδιών, που κανείς δεν ήξερε τους πατεράδες τους. Οι απεσταλμένοι του βασιλιά τον άρπαξαν και τον έσυραν στα σοκάκια της Λευκωσίας, που εκείνη την ώρα ξύπναγε από το βαθύ Αυγουστιάτικο της ύπνο. Του βούτηξαν το κεφάλι σε μια στέρνα με νερό για να συνέλθει, μέχρι που ο καλόγερος νόμισε πως ήθελαν να τον πνίξουν. Δεν ήταν και λίγοι αυτοί που θα το έκαναν με ευχαρίστηση. Όταν ξεμέθυσε, του έριξαν ένα μανδύα πάνω από το βρώμικό του ράσο και τον έφεραν μπροστά στον ρήγα.

«Αφήστε μας μόνους», διέταξε ο ρήγας.

Αυλικοί και ιππότες άδειασαν την αίθουσα χωρίς άλλη κουβέντα. Μόνο ο βισκούντης της Λευκωσίας φάνηκε να διστάζει. Ο Ιάκωβος με ένα του νεύμα του έδειξε την έξοδο.

«Πήγαινε βισκούντη, δεν κινδυνεύω, μην ανησυχείς», του είπε ήρεμα. 

Ο βισκούντης πήγε να πει κάτι αλλά μετάνιωσε. Υποκλίθηκε και βγήκε απρόθυμα. Οι δυο άντρες έμειναν μόνοι τους. Ο καλόγερος, που τόση ώρα έμενε σιωπηλός με σκυμμένο το κεφάλι, κοίταξε κατάματα τον Ρε Ζακ.

«Χαιρετώ σε, βασιλικέ μπάσταρδε», είπε.

«Ώρα καλή, πουτάνας γιε», απάντησε ο ρήγας κι έσκασε στα γέλια. «Σου φέρθηκαν καλά οι άντρες μου; Έδωσα εντολές να σου φερθούν σα σε ντελικάτη ταμιζέλλα!»

«Μη στενοχωριέσαι ρήγα, μου έχουν φερθεί και χειρότερα!»

«Από ποιο οίκο απωλείας σε μάζεψαν αυτή τη φορά;»

«Τα μέρη που πάω εγώ, ρήγα, είναι γεμάτα αγγέλους. Οι διάβολοι είναι μαζεμένοι όλοι εδώ».

«Φίδια, διαόλου γεννήματα όλοι τους», αποκρίθηκε οργισμένα ο ρήγας. «Μα εγώ για άλλο σε φώναξα. Άκουσες τι έγινε ψες;»

«Το μόνο που άκουσα αφέντη μου ψες ήταν τα ερωτικά βογκητά της Ζενεβιέβ της Ορλεάνης!»

«Χα χα χα. Οι Γάλλοι κράτησαν την παρθένο της Ορλεάνης για πάρτη τους και εμάς μας έστειλαν την πουτάνα της Ορλεάνης! Είναι καλή τουλάχιστον; Χα χα χα. Απορώ πώς έγινες μοναχός, Πιέρο», είπε ο ρήγας, προσφωνώντας τον μοναχό με το κοσμικό του όνομα. Γι’ αυτόν ο καλόγερος δεν ήταν ποτέ ο φρα Σεμπαστιάνο αλλά ο Πιέρος, ο παιδικός του φίλος.

«Όπως ακριβώς έγινες κι εσύ Αρχιεπίσκοπος, ρήγα μου».

«Ήμασταν κι οι δυο δέκα χρονών, θυμάσαι; Ούτε να πρωτοξυριστούμε δεν είχαμε προλάβει. Εμένα ο πατέρας μου με έκανε Αρχιεπίσκοπο Λευκωσίας κι εσένα σε έκλεισε στο μοναστήρι της Παναγίας των Αυγουστινιανών. Αλλά μας διέφθειρε και τους δύο η λαγνεία της ανατολής», αποκρίθηκε ο ρήγας. «Η εποχή μας είναι βλάσφημη και ανίερη και ο τόπος μας γεμάτος ηδονές».

«Εμείς οι Κυπριώτες είμαστε φιλήδονοι. Το κλίμα της Κύπρου είναι ερωτικό», είπε ο Σεμπαστιάνο κουνώντας το κεφάλι του και συμπλήρωσε :«Qui sine peccato est vestrum, primum in illam lapidem mittat».

«Ο πρέσβης της Βενετίας βρέθηκε σκοτωμένος», είπε ο ρήγας ξαφνικά κι οι λέξεις βγήκαν από το στόμα του σαν βαρίδια. «Τον βρήκαν με κομμένο το λαιμό έξω από τα τείχη, εκεί που έχει η κοκόνα Θεώνη το χανούτι της». Ο καλόγερος έμεινε για λίγο σιωπηλός προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει αυτό που μόλις άκουσε.

«Και η ακολουθία του; Δεν μπορεί να ήταν μόνος του!» είπε τελικά.

«Άκου. Ο πρέσβης δείπνησε μαζί μου το βράδυ στο παλάτι. Μαζί του για το δείπνο είχε έρθει ο Ανδρέα Κορνάρο, ο πρόξενος της Βενετίας με την ακολουθία του και κάμποσοι παρατρεχάμενοι. Μαζί μας ήταν ο τζαμπερλάνος ντι Μαρίνο και ο κούντης ντε Φαμπρίγκουεθ. Άνταν αποφάγαμεν έφυγε ο Κορνάρο γιατί έπρεπε να επιστρέψει στο φέουδό του. Οι υπόλοιποι έφυγαν γύρω στα μεσάνυχτα. Φεύγοντας ο πρέσβης είπε πως είχε μια συνάντηση και έφυγε παίρνοντας μαζί του μόνο ένα νεαρό βαχλιώτη που είχε φέρει από τη Βενετία και βγήκαν έξω από τα τείχη από την πύλη του Άγιου Δομήνικου».

«Μέσα στη νύχτα; Και οι φρουροί τους άφησαν να βγουν; Τους άνοιξαν την πύλη;» ρώτησε ο Σεμπαστιάνο.

«Ο πρέσβης μού είχε ζητήσει να του δώσω βούλα για ελεύθερη διέλευση».

Ο ρήγας έσκυψε το κεφάλι σκεφτικός. Είχε κάτι ακόμα σημαντικό να πει. Ο καλόγερος περίμενε κρατώντας την ανάσα του.

«Ξέρεις ποιος ήτανε ο πρέσβης, Πιέρο; Ο Ιωάννης Μπάρμπο».

«Μπάρμπο;» ρώτησε ο Σεμπαστιάνο. «Όπως…»

«Ακριβώς. Μπάρμπο. Όπως ο Πάπας. Πρόκειται για τον πρωτοξάδελφο του Ποντίφηκα!»

Ο Σεμπαστιάνο ένοιωσε να του κόβεται η αναπνοή.

«Οι Βενετοί τι λαλούν;» είπε ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής.

«Είναι πολύ θυμωμένοι το δίχως άλλο, μα μέχρι στιγμής ζητούν μόνο την τιμωρία του δολοφόνου», αποκρίθηκε ο ρήγας.

«Μήπως κάποιος ληστής;»

«Όχι. Το πουγκί του ήταν γεμάτο χρυσάφι όταν τον βρήκαν και κανένα από τα κοσμήματά του δεν έλειπε. Πιέρο, θα είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σου. Το θέμα δεν είναι τόσο απλό. Διακυβεύονται πολλά. Γι’ αυτό σε φώναξα. Είσαι δικός μου άνθρωπος και θέλω να μου τανύσεις. Θέλω να συναντηθείς με τον Αρχιεπίσκοπο Γονέμη. Θα σε ενημερώσει και θα καταλάβεις γιατί αυτό το θέμα είναι τόσο σημαντικό», είπε ο ρήγας μετά από μια σύντομη σιωπή. «Θέλω να συνεργαστείτε για να βρεθεί η απάντηση. Είναι θέμα πολύ πορτάντον για το ρηγάτο». Ο ρε Ζακ κοίταξε με τα γαλάζια του μάτια τον Σεμπαστιάνο φανερά προβληματισμένος. «Έλα», του είπε «ας πάμε μια βόλτα στη μεναζερί».

Το οίκημα που έμενε τώρα ο ρήγας δεν ήταν παρά ένα αρχοντικό σπίτι, σαν τόσα άλλα που υπήρχαν στη Λευκωσία. Ανήκε στην οικογένεια ντε λα Βωμ και ο Ούγος ντε λα Βωμ το είχε παραχωρήσει στον Ιανό, τον θλιβερό και ανίκανο ρήγα της Κύπρου που είχαν αιχμαλωτίσει οι Μαμελούκοι. Και ο ένδοξος ρήγας Ιάκωβος ο Β΄ ήταν αναγκασμένος να ζει σε σπίτι δανεικό. Το περίφημο παλάτι των προγόνων του σημερινού βασιλιά, που είχε εντυπωσιάσει με την μεγαλοπρέπειά του βασιλιάδες και ευγενείς ανατολής και δύσης, είχε πια ερειπωθεί από τα φουσάτα των Μαμελούκων. Τόση ήταν η λύσσα τους που, αφού το πλιατσικολόγησαν, του έβαλαν φωτιά που κόντεψε να κάψει ζωντανό ακόμα και τον ίδιο τους τον εμίρη, τον Τζαμάλ, που καταραμένο να είναι το όνομά του στους αιώνες των αιώνων.

Οι δύο άντρες βγήκαν από την αίθουσα και αφού διασχίσαν το διάδρομο, όπου λίγη ώρα πριν οι στρατιώτες είχαν φέρει σηκωτό τον καλόγερο, κατέβηκαν τη μαρμάρινη σκάλα του μεγάρου. Ο Σεμπαστιάνο πρόσεξε για πρώτη φορά τα ψηφιδωτά πατώματα που στόλιζαν το φαρδύ διάδρομο και εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά τους, ενώ πρόσεξε και τις κομψές μαρμαρένιες κολώνες που είχαν σκαλισμένα πάνω τους σχέδια και πλουμίδια.

Στην κάψα της Λευκωσίας ο κήπος ήταν ένας μικρός παράδεισος. Ένα σιντριβάνι από μάρμαρο, έστελλε σταγόνες δροσιάς σε όποιον περνούσε από κοντά του, ενώ, λίγο πιο κάτω, ένα δεύτερο ξεπηδούσε μέσα από μια πορτοκαλιά στέλλοντας το νερό μέχρι τα πιο ψηλά κλαδιά του δέντρου. Οι φοίνικες ψηλοί, αρχοντικοί, έμοιαζαν με προσευχή στον Κύριο και οι τριανταφυλλιές της Δαμασκού σαν θυμίαμα σε ζάλιζαν με τη μυρωδιά τους. Οι δύο άντρες πέρασαν ένα κλουβί με δυο μαϊμούδες, που ακροβατούσαν σε ένα κλαδί, ενώ ένα παγώνι έκανε την εμφάνισή του πίσω από ένα θάμνο.

«Έλα να δεις κάτι», είπε ο Ρε Ζακ στον καλόγερο. Τον οδήγησε σε ένα κλουβί όπου μια ύαινα έκοβε νευρικά βόλτες. «Κληρονομιά από την αδελφή μου. Μου την άφησε για να μην την ξεχνάω», συμπλήρωσε γελώντας.

«Πού βρίσκεται τώρα η Σαρλότ; Στη Σαβοΐα;»

«Ποιος ξέρει; Περιοδεύει στην Ευρώπη. Ψάχνει να βρει συμμάχους να της τανύσουν να πάρει πίσω το θρόνο, που νομίζει πως της ανήκει. Πφ, χαμένος κόπος», έκανε ο ρήγας με περιφρόνηση. «Κανένας δεν θα το κάνει. Κανένας Χριστιανός δεν θα θελήσει να χτυπήσει Χριστιανό βασιλιά. Δεν το καταλαβαίνει η μωρή πως έχει χάσει το παιχνίδι; Όλοι την καταριούνται. Από τότε που ξεπάστρεψα τη σφηκοφωλιά της στο καστέλο της Κερύνειας δεν σήκωσε κανένας τους κεφάλι. Αλλά αυτό δεν με κάνει να κοιμάμαι ήσυχα με όλες αυτές τις οχιές που με περιτριγυρίζουν. Έλα να σου δείξω κάτι ακόμα».

Ο Ρε Ζακ προπορεύτηκε. Πέρασαν από το κλουβί με το λιοντάρι, αλλά ο ρήγας δεν έδωσε σημασία στο μεγαλόπρεπο ζώο. Λίγο πιο κάτω βρίσκονταν οι δύο λεοπαρδάλεις που χρησιμοποιούσε ο ρήγας στο κυνήγι των αγρινών.

Ο καλόγερος πρόσεξε για ακόμα μια φορά το αρχοντικό παράστημα του βασιλιά, το ρωμαλέο του κορμί, που ερχόταν σε αντίθεση με τη γλυκύτητα του προσώπου του. Τα χείλη του ήταν λεπτά σαν γυναικεία και τα μάτια του γαλάζια και λαμπερά. Είχε ένα λεπτό καστανό μουστάκι και κοντοκουρεμένη γενειάδα. Ο Σεμπαστιάνο θα ήθελε πολύ να περάσει μαζί του μια βραδιά στο κρεβάτι.

Έφτασαν μπροστά σε ένα μεγάλο κλουβί. Μία στρουθοκάμηλος τους πλησίασε με ασύγκριτη μεγαλοπρέπεια.

«Δώρο από τον σουλτάνο στο Κάιρο. Μου το έστειλε για να μου δείξει πως δεν μου κρατάει κακία για τα τελευταία επεισόδια».

«Του έστειλες πίσω τους στρατιώτες του, έμαθα».

«Όσους επέζησαν. Καμιά διακοσαριά δηλαδή. Κράτησα δυο τρεις έμπιστους για τη φρουρά μου».

«Ναι. Τον έναν είχα την τιμή να τον συναντήσω σήμερα. Τον έχεις για αδετούρη να υποθέσω», είπε ο καλόγερος και ο ρε Ζακ γέλασε.

Ένας γκρίζος γάτος τρίφτηκε νωχελικά στα πόδια των δύο αντρών. Ο βασιλιάς τον έπιασε στα χέρια του και τον χάιδεψε τρυφερά.

«Πότε ήρθε ο πρέσβης στην Κύπρο;» ρώτησε ο Σεμπαστιάνο.

«Βρίσκεται στο ρηγάτο εδώ και είκοσι ημέρες. Αρχικά φιλοξενήθηκε στο απλίκι του Κορνάρο στην Επισκοπή».

«Erit cubile draconum», είπε ο φρα Σεμπαστιάνο και ο ρήγας γέλασε και πάλι.

«Πριν μια εβδομάδα έφτασε μαζί με την ακολουθία του στη Λευκωσία. Έμεινε το βράδυ έξω από την πόλη, ώστε να εισέλθει με κάθε επισημότητα το πρωί».

«Πού έχουν τον νεκρό; Θέλω να τον δω», είπε ο Σεμπαστιάνο.

«Περιμένεις να μάθεις κάτι από αυτόν, Πιέρο; Να σου πει ποιος τον σκότωσε;»

«Οι νεκροί μιλάνε, ρήγα μου. Πρέπει όμως να έχεις όλες σου τις αισθήσεις σε εγρήγορση για να ακούσεις αυτό που θα σου πουν».

«Αφού επιμένεις, πήγαινε στο μοναστήρι των Δομινικανών. Εκεί τον έχουν μεταφέρει».

«Στους Δομινικανούς, Ζακ;».

«Ναι, σ’ αυτά τα μαυροντυμένα σκουλήκια, που να τους πάρει ο διάολος τη μάνα και τον πατέρα. Δεν θα σου δημιουργήσουν πρόβλημα όμως. Ορδίνιασα τον βισκούντη να σου δώσει βούλα να μπαίνεις όπου βουληθείς. Και να σου δώσει και άππαρον. Α! Και επειδή δεν θέλω να σε ψάχνω στα καπηλειά και τα μπουρδέλα της πόλης, o Αρχιεπίσκοπος έχει προβιδιάσει να φιλοξενηθείς στη μονή του Μπολιέ όσο καιρό κρατήσει η έρευνά σου – ελπίζω όχι πολύ. Φύγε τώρα. Κάνε χωρίς αργίσματα αυτό που σε προστάζει ο παλαιός σου φίλος. Περιμένω σύντομα νέα σου».

Ο φρα Σεμπαστιάνο υποκλίθηκε και περίμενε μέχρι να φύγει ο ρήγας. Βγαίνοντας βρήκε τον βισκούντη να τον περιμένει κάτω από μια καμάρα.

«Πάρε, αχρείε, τη βούλα του ρήγα», είπε στον καλόγερο, δίνοντάς του μια τυλιγμένη περγαμηνή. «Θα σε παρακολουθώ και να ξέρεις πως αν ήταν στο χέρι μου θα σε έστελλα στη φούρκα από τώρα».

«Είσαι ένας από τους πολλούς, βισκούντη, που θα το έκαναν αυτό με απλαζίρι».

«Ο άππαρός σου περιμένει σε έξω. Καλό ψόφο, κάθαρμα», είπε ο βισκούντης Νικόλαος ντε Μοραμπίτ και έφτυσε κάτω.